Κρήτη

Ευρετήριο Άρθρου


Το Γερμανικό φυλάκιο της Κάτω Σύμης

Τον Απρίλη του 1943 οι Γερμανοί θέτουν κάτω από τον έλεγχό τους τον Νομό Λασιθίου μαζί με τη επαρχία Βιάννου, που ως τότε είχαν αφήσει στους Ιταλούς και εγκαθίσταται μέσα στην κωμόπολη Βιάννος μικρή γερμανική δύναμη από 60 περίπου άντρες. Λίγες μέρες αργότερα ιδρύουν φυλάκιο στην Κάτω Σύμη  με τρεις άντρες και ενισχύουν το φυλάκιο της Άρβης. Την ίδρυση φυλακίου στην Κάτω Σύμη τη δικαιολογούν, πως έχει σκοπό να ελέγχει την πατατοπαραγωγή της περιοχής και να παίρνει ένα μέρος από την παραγωγή για τις ανάγκες των Γερμανών που μένουν στη Βιάννο και τα γύρω φυλάκια. . Ο πραγματικός όμως σκοπός δεν είναι αυτός. Ξέρουν καλά πως στα βουνά της Κάτω Σύμης λημέριαζε ο Μπαντουβάς με τους αντάρτες του, δε γνωρίζουν όμως τη δύναμή του ούτε σε άντρες ούτε σε πολεμικό υλικό γι αυτό δε τολμούν να τον καταδιώξουν και να αναμετρηθούν μαζί του. Σκοπός του φυλακίου ήταν να παρακολουθεί τις ενέργειες των κατοίκων της Κάτω Σύμης, που όλοι πια είναι ενταγμένοι στην αντίσταση, και να κατασκοπεύει τις κινήσεις των ανταρτών.            
Μετά τον Ιούνιο όμως του 1943, που αρχίζει η επίθεση εναντίον της Ιταλίας, ακολουθεί η πτώση του Μουσολίνι τον Ιούλιο και η μεγάλη απόβαση στο Ρήγιο της Ιταλίας τον Αύγουστο, και εντείνεται η δράση των αντάρτικων ομάδων της Δίκτης, η παρουσία του γερμανικού φυλάκιο  στην Κάτω Σύμη, γίνεται σοβαρά επικίνδυνη. Γι αυτό και αποφασίζεται η απαγωγή του, που άγνωστο για ποιους λόγους μετατρέπεται σε άνανδρη εξόντωση. Έτσι φτάνουμε στα τραγικά γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1943.
 

Η εξόντωση του Φυλακίου της Κάτω Σύμης

Στις 9 προς τις 10 Σεπτεμβρίου 1943 μια ομάδα ανταρτών ξεκινά από τη Λάπαθο ξεκινάνε για τη Κάτω Σύμη να απαγάγουν το Φυλάκιο. Οι αντάρτες μπόρεσαν και μπήκαν στο φυλάκιο και σκότωσαν τους Γερμανούς με τα ταχυβόλα και τους δυο.Την εξόντωση του φυλακίου της Κάτω Σύμης δεν την είδαν με καλό μάτι ορισμένοι αντιστασιακοί παράγοντες της περιοχής. Φοβήθηκαν αντίποινα και δημιουργήθηκαν απορίες για ποιο λόγο να σκοτώσουν νύχτα αφού ήταν πολύ εύκολο να τους απαγάγουν ότι ώρα ήθελαν αφού κυκλοφορούσαν ελεύθερα στο χωριό και έκαναν περιπάτους με χωριανούς μυημένους στην αντίσταση. 

Η Μάχη της Κάτω Σύμης             
11 Σεπτεμβρίου 1943, ημέρα Σάββατο

Από πολύ πρωί όλοι οι αντάρτες , οπλαρχηγοί και αρχηγοί έχουν συγκεντρωθεί στο Λάπαθο μέσα και γύρω από την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Όλοι αναλογίζονται τις συνέπειες από τη δολοφονία των 2 Γερμανών, οι περισσότεροι έχουν καταδικάσει την ενέργεια, αλλά είναι όλοι αποφασισμένοι να συνεχίσουν τον αγώνα. Μοιράζονται όπλα σε όλους.            

12 Σεπτεμβρίου 1943, ημέρα Κυριακή

Νύχτα ακόμη ξεκινούν από τις Αρχάνες165 Γερμανοί έχοντας μαζί τους και έναν Έλληνα διερμηνέα ονομαζόμενο Αγογλωσάκη και ξημερώματα φτάνουν στη Βιάννο. Εκεί χωρίζονται σε τρία τμήματα από 55 στρατιώτες το καθένα. Το τμήμα που κατευθύνεται προς την Κάτω Σύμη ενισχύεται με μερικούς ακόμη Γερμανούς από τη φρουρά της Βιάννου και έτσι όλη η δύναμη του τμήματος αυτού φτάνει στους 80-100 άντρες. Μέχρι να φτάσουν οι Γερμανοί στην Κάτω Σύμη  είχαν πιάσει 13 ομήρους.Οι ομάδες του Γεώργιου Εμμ. Χατζάκη , του Ζαχαρία Χαιρέτη, του Δημητρίου Παπά και του Χρήστου Μπαντουβά ξεκινάν για τη Κάτω Σύμη. Από την τοποθεσία Ρούσος μια γυναικεία φωνή  έλεγε πως οι Γερμανοί φτάνουν στη Κάψα. Η ομάδα του Δημητρίου Παπά  κατέβαινε από τον Αδεβλιάρη προς τον Κορνιαχτό. Ο Χρήστος Μπαντουβάς τρέχει με την ομάδα του προς τη νότια έξοδο του χωριού, στο Γλυστερό Χαράκι (Πλάκα) Η ομάδα του Δημητρίου Παπά ρίχνει την πρώτη ομοβροντία στους πρώτους Γερμανούς  και η ομάδα του Μπαντουβά παίρνει θέσεις κατά μήκος της πλαγιάς μέχρι τα Καμπιά . Έτσι αρχίζει η μάχη.           
Η μάχη απέβηκε μοιραία για τους Γερμανούς, Οι αντάρτες τους εγκλώβισαν  στη χαράδρα έτσι ώστε δεν μπόρεσαν ούτε να υποχωρήσουν ούτε να προχωρήσουν. Μια άλλη ομάδα  του Ιωάννη Ποδιά, προχωρεί προς την τοποθεσία Λακούδια. Εν τω μεταξύ το στρατηγείο της Μέσης Ανατολής έδωσε εντολή να αποφύγουν οι αντάρτες οποιαδήποτε σύγκρουση με τους Γερμανούς. Ήταν όμως πλέον αργά .
           
Γράφτηκαν διάφορες υπερβολές για τον ακριβή αριθμό των Γερμανών νεκρών. Ο ίδιος ο αρχηγός Μύλλερ στην απολογία του στο Στρατοδικείο Αθηνών που τον καταδίκασε σε θάνατο αναφέρει 100 νεκρούς στη μάχη της Κάτω Σύμης. Το πιο πιθανό είναι πως οι Γερμανοί δεν ξεπερνούν τους 20.
      
Μόλις ο Μύλλερ, Στρατιωτικός Διοικητής του Νομού Ηρακλείου, πληροφορείται τα γεγονότα της Κάτω Σύμης έρχεται σε συνεννόηση με τον διοικητή του Φρουρίου Κρήτης Μπώυερ και αποφασίζουν από κοινού την καταστροφή του ανατολικού διαμερίσματος της επαρχίας Βιάννου που περιλαμβάνει τα   χωριά: Βαχός, Αμιρά, Κεφαλοβρύσι, Κρεβατάς, Άγιος Βασίλειος ,Πεύκος ,Κάτω Σύμη ,Καλάμι ,Συκολόγος ,Λουτράκι μέχρι την Άρβη και τα Τέρτσα, της επαρχίας  και του δυτικού διαμερίσματος της επαρχίας Ιεράπετρας, που περιλαμβάνει τα χωριά Μύρτος, Γδόχια, Ρίζα, Μουρνιές, Μύθοι, Παρσάς, Χριστός, Μάλες. Την επιχείρηση καταστροφής του ανατολικού διαμερίσματος αναλαμβάνει το 16ο Σύνταγμα της Βερμάχτ με διοικητή το συνταγματάρχη Μέτμαν και βοηθούς του ,τους ταγματάρχες Τρύπες και Ρήτερ, τον υπολοχαγό Νάγκεσάτ, τον ανθυπολοχαγό Λέμ, το Λοχία της Γκεστάπο Σούμπερτ και ένα τμήμα Βάφφεν Ες-Ες.
           
Είναι πρωτοφανής σε βαρβαρότητα και απανθρωπιά η εντολή που δίνει ο Μύλλερ στους αξιωματικούς και στρατιώτες, πριν ξεκινήσουν για το έργο της ολοκληρωτικής καταστροφής της περιφέρειάς μας? « Σκοτώνετε?Σκοτώνετε καθένα που θα συλλαμβάνετε σε ολόκληρη την περιφέρεια . Ξεθεμελιώνετε, πυρπολείτε και καταστρέφετε κάθε κτίσμα των χωριών , χωρίς να εξαιρείτε ούτε τις εκκλησίες. Φωτιά και σίδερα και όλεθρο σκορπίζετε».
Τι ακολούθησε ήταν κάτι το τρομερό, το ασύλληπτο. Οι Γερμανοί, όχι μόνο εφάρμοσαν την εντολή του Μύλλερ αλλά έκαναν πολύ περισσότερα. Από κάθε χωριό που περνούσαν σκότωναν όποιον έβρισκαν, μέσα στα σπίτια, στους δρόμους, στα χωράφια. Σκότωναν χωρίς καμία διάκριση  γέρους, γυναίκες, παιδιά, νήπια, αρρώστους, ανάπηρους. Και αφού τέλειωναν το όργιο του αίματος σε κάθε χωριό, λεηλατούσαν σπίτια και μετά τους έβαζαν φωτιά. Έντεκα χωριά, έξι από την επαρχία Βιάννου και πέντε από από την επαρχία Ιεράπετρας, καταστρέφονται με τη φωτιά Τα χωριά μάλιστα της επαρχίας Βιάννου, μετά το κάψιμο τα ανατινάσσουν με δυναμίτες, για να εξαφανιστούν και αυτά τα ίχνη τους ακόμη. Παντού θάνατος ερημιά και φρίκη.. 264 νεκροί είναι ο τραγικός απολογισμός της εγκληματικής μανίας των Γερμανών την ημέρα εκείνη, στα χωριά της επαρχίας Βιάννoυ. Αναλυτικά για κάθε χωριό το θύματα είναι:Άγιος  Βασίλειος 30, Αμιρά 114, Άρβη 1 μοναχός, Βαχός 23, Καλάμι- Κάτω Σύμη 20, Κεφαλοβρύσι 36, Κρεβατάς 21, Πεύκος 18 και Συκολόγος1. Ανάμεσα στους νεκρούς αυτούς είναι και μερικοί ξένοι που τυχαία βρέθηκαν στα χωριά της επαρχίας Βιάννου και άλλοι από τα χωριά αυτά που εκτελέστηκαν την επόμενη 15 Σεπτεμβρίου στα χωριά της επαρχίας Ιεράπετρας κια κυρίως στα Γδόχια, που είχαν καταφύγει για μεγαλύτερη ασφάλεια .

ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΣΟ ΜΥΡΤΟΣ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΤΑΙ

Μετά την καταστροφή των χωριών της Βιάννου, οι Γερμανοί προχωρούν στα χωριά του δυτικού διαμερίσματος της επαρχίας Ιεράπετρας. Η διαταγή είναι ρητή: Να καταστραφεί όλη η περιοχή, από το πρώτο ανατολικό της Βιάννου χωριό μέχρι το χείμαρρο Μύρτου. Ένα τάγμα Γερμανοί κατεβαίνουν από το Συκολόγο και διανυκτερεύουν στα Τέρτσα. Το πρωί  στις 15 Σεπτεμβρίου 1943 ημέρα Τετάρτη ξεκινούν. Βαδίζουν παραλία ? παραλία και στις 9 η ώρα περίπου φτάνουν στο Βάτο. Ύστερα από δίωρη στάση στην τοποθεσία αυτή, οι Γερμανοί χωρίζονται σε δύο τμήματα. Ένας λόχος με μια διμοιρία Βάφφεν Ες Ες και με οδηγό τον αγροφύλακα Κόμη από τη Βιάννο, προχωρεί προς το Μύρτο.       
Ανύποπτοι οι κάτοικοι του Μύρτου γιατί δεν είχαν κάνει τίποτα και γιατί η Σύμη που έγινε η μάχη είναι πολύ μακριά και πιστεύουν πως δεν είναι δυνατό να τους καταλογιστεί καμιά συμμετοχή ή ευθύνη, βρίσκονται όλοι σχεδόν συγκεντρωμένοι στο χωριό. Ανάμεσα στους κατοίκους του Μύρτου είναι και πολλές οικογένειες Γεραπετρίτικες που είχαν έρθει από την αρχή της κατοχής πιστεύοντας πως θα βρουν μεγαλύτερη ασφάλεια και ησυχία, αλλά και γιατί η ζωή στο χωριό θα ήταν πιο εύκολη, τη δύσκολη εκείνη εποχή.
    
Ο Πρόεδρος όμως της Κοινότητας Μιχαήλ Ανδρεοπούλης, που κατάλαβε πως η άφιξη στο χωριό τόσων Γερμανών δεν είχε οπωσδήποτε καλό σκοπό, σκέφτηκε να τους καλοπιάσει μα κάθε τρόπο. Γεμίζει ένα κόσκινο καρύδια και αμύγδαλα και μια νταμουζάνα ρακή και μαζί με τον πάντα αχώριστο συνεργάτη του αντιπρόεδρο Ιωάννη Στ. Φραντζικινάκη πηγαίνουν στη Μεγάλη Χαρουπιά για να τα προσφέρουν στους Γερμανούς. Αφού είδε πως οι Γερμανοί δέχτηκαν το δώρο αυτό, ξεθαρρεύει και καθώς ο λοχαγός μιλούσε άπταιστα τα αγγλικά, τον παρακαλεί να μη γίνει κακό στο Μύρτο. Ο αξιωματικός όμως του δηλώνει κατηγορηματικά πως το χωριό θα καεί, δίδει όμως προθεσμία δύο ώρες για να πάρουν οι κάτοικοι ότι μπορούν και να φύγουν. Μόλις οι κάτοικοι μαθαίνουν την είδηση αυτή αρχίζουν να παίρνουν ότι πρόχειρο μπορούσαν και να φεύγουν.
    
Στις δύο μετά το μεσημέρι κατεβαίνει στο χωριό η διμοιρία των Γερμανών, το Τάγμα θανάτου από τα Γδόχια. Μόλις φτάνει η διμοιρία των Ες Ες ενώνεται με τους Γερμανούς που είχαν έρθει πιο νωρίς και όλοι ξεχύνονται στο χωριό, με τέτοια αγριότητα, που δεν αφήνει να φανεί τίποτε το ανθρώπινο στην κτηνώδη έκφρασή τους. Συλλαμβάνουν όσους αθώους βρίσκουν καθυστερημένους μέσα στο χωριό και ανάμεσα σ? αυτούς και τον πρόεδρο με τον αντιπρόεδρο του Μύρτου. Δέκα είναι όλοι όσοι πιάστηκαν την ώρα εκείνη στο χωριό.
      
Όλους αυτούς τους οδηγούν πίσω από τον Άγιο Αντώνιο και τους εκτελούν χωρίς καμιά άλλη διαδικασία, ενώ άλλοι Γερμανοί πηγαινοέρχονται στο χωριό μήπως τους ξέφυγε κανένας και έξω από το χωριό από τα πλατανάκια ως του Πέτρου και το Μαγατζέ και σκοτώνουν επί τόπου άλλα επτά άτομα.
Μετά τις εκτελέσεις οι Γερμανοί λεηλατούν το χωριό και στις  4 η ώρα το απόγευμα  την ίδια ημέρα βάζουν φωτιά στα σπίτια. Ο Μύρτος ύστερα από 53 χρόνια ζωής και προόδου δεν υπάρχει πια. Μόνο μαύροι καπνοί  ξεπηδούν από τα σπίτια και τα μαγαζιά μέρες ολόκληρες, ενώ οι κάτοικοι του χωριού, όσοι γλύτωσαν από την εκτέλεση, διωγμένοι και ξεριζωμένοι καταφεύγουν στα Καρκάσα, στην Ανατολή. Στην Ιεράπετρα και ολόκληρη η περιοχή του χωριού κηρύσσεται νεκρή ζώνη.     Μερικά σπίτια που γλύτωσαν από τη φωτιά και τη λεηλασία των Γερμανών, λεηλατήθηκαν αργότερα από μερικούς Γεραπετρίτες και Γραλυγιώτες που έρχονταν κάθε μέρα με βάρκες ή ζώα παρέα με Γερμανούς από την Ιεράπετρα και τη Γρά Λυγιά, που έπαιρναν και αυτοί το μερίδιό τους.     Την ώρα που ο Μύρτος καιγόταν, μια άλλη ομάδα Γερμανών ξεκινά από τα Γδόχια, προχωρεί από τα Στενά όπου σκοτώνει τους πέντε Γδοχιανούς που ακολουθούσαν μαζί της, μπαίνει στην περιοχή του Μύρτου από τον Μύλο, απλώνεται στον Κάμπο μέχρι το Μαγατζέ και του Πέτρου και κατεβαίνει στο χωριό. Ενώνεται με τους Γερμανούς που έκαμαν τις εκτελέσεις και έκαψαν το Μύρτο και όλοι μαζί φεύγουν πολύ αργά το απόγευμα για το Βάτο και από εκεί σκορπίζονται σε όλη την παραλιακή γραμμή μέχρι την Ψαρή Φοράδα.    Δύο μέρες αργότερα, στις 17 Σεπτεμβρίου, Παρασκευή, καταφθάνει στο Μύρτο ένας λόχος Γερμανοί από την Ιεράπετρα και μπαίνουν στο χωριό, από δύο σημεία, από τα Πλατανάκια ένα τμήμα και από τις Κουτσούρες ένα άλλο τμήμα. Ο Μύρτος είναι νεκρή ζώνη και όσοι πιάνονται να κυκλοφορούν μέσα στη ζώνη αυτή κινδυνεύουν να εκτελεστούν. Οι εκτελεσθέντες στο Μύρτο φτάνουν τους 18.            

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΓΔΟΧΙΩΝ

Ιδιαίτερη αγριότητα και βαρβαρότητα έδειξαν οι Γερμανοί στα Γδόχια  και τα Παπαδιανά. Αμέσως αρχίζουν και συλλαμβάνουν όλους τους κατοίκους, άντρες, γυναίκες, παιδιά και τους μεν Κατωγδοχιανούς κλείνουν μέσα στην εκκλησία των Αγίων Δέκα, τους δε Παπαδιανούς και Δασκαλιανούς μέσα στο σχολείο, ενώ άλλοι Γερμανοί λεηλατούν τα σπίτια και παίρνουν ό,τι αξιόλογο βρίσκουν. Πρέπει να σημειωθεί εδώ πως τα Γδόχια είναι το μοναδικό χωριό και στις δύο επαρχίες που συλλαμβάνουν ομαδικά τα γυναικόπαιδα και τα περιορίζουν μέσα σε κλειστούς χώρους.Τα γυναικόπαιδα που συγκεντρώθηκαν από τα Παπαδιανά και τα Δασκαλιανά ήσαν πολλά, γιατί ανάμεσά τους ήσαν και οικογένειες από την Κάτω Σύμη που είχαν καταφύγει στα Γδόχια για να σωθούν και έτσι δεν τα χωρούσε το σχολείο. Γι αυτό τα έβαλαν και σε δύο σπίτια ακόμη. Μέσα στην εκκλησία μένουν τώρα δεκάξι άντρες τους οποίους τους εκτελούν τη νύχτα και τους σκοτώνουν στην τοποθεσία Καρτσανά.    Στα Γδόχια εκτελούνται συνολικά  σαράντα δύο (42) άτομα από τα οποία τέσσερα είναι από την Κάτω Σύμη και ένα από το Συκολόγο. Εκτελούνται στην περιοχή Κάτω και Απάνω Σύμης έξι (6) Γδοχιανοί. Επομένως το σύνολο των Γδοχιανών που εκτελέστηκαν είναι τριάντα επτά  (37).Η φάλαγγα των γυναικόπαιδων ήταν τόσο μεγάλη, που ενώ η κεφαλή έφτανε στην Ξυλογαϊδάρα, οι τελευταίες γυναίκες βρίσκονταν ακόμη στο χωριό. Ώραν πολλήν  ανέμενον  οι Γερμανοί την πλήρη αποχώρηση των γυναικόπαιδων δια να βάλουν φωτιά στο χωριό? Είδα τον τρόπον που έβαλαν φωτιά στο σχολείον.Έτσι μέσα σε λίγα λεπτά φλόγες και μαύροι καπνοί κύκλωναν βόλο το χωριό και ανέβαιναν ψηλά στον ουρανό 42 πτώματα παιδίων, γυναικών, γερόντων και νέων κοίτονταν άταφα μέσα και έξω από το χωριό, κατατρυπημένα από τις σφαίρες των γερμανών δολοφόνων. Κάποιος Γερμανός στρατιώτης Θωμάς Άιμπα, που ισχυριζόταν μάλιστα πως η μητέρα του ήταν Ελληνίδα από την Πάτρ και μιλούσε πολύ καλά τα Ελληνικά, είπε στον πρόεδρο της Κοινότητας Γδοχίων πέντε ? έξι μήνες μετά την καταστροφή, που έτυχε να ξαναπαεράσει από τα Γδόχια, πως εκείνο το βράδυ στις 15 Σεπτεμβρίου ο Μπώυερ, διοικητής του Φρουρίου Κρήτης, είχε διατάξει να καούν το πρωί τα γυναικόπαιδα που είχαν συγκεντρωθεί στο σχολείο και τα δύο σπίτια μαζί με τα κτίρια. Η διαταγή όμως αυτή ανεστάλη την αυγή 16 Σεπτεμβρίου, λίγες ώρες πριν πυρπολυθεί το χωριό.Παρά την ολοκληρωτική καταστροφή και την αρπαγή και λεηλασία από τους Γερμανούς, σώθηκαν σε μερικά παράμερα δωμάτια, που έτυχε να μη φτάσει η φωτιά ή να μείνουν μισοκαμμένα, αρκετά πράγματα σε τρόφιμα και ρουχισμό, που θα βοηθούσαν πολλές οικογένειες που έμειναν ορφανές να συντηρηθούν για πολλούς μήνες, αν ασυνείδητοι χωριανοί δεν τα έκλεβαν. Και πρέπει να σημειωθεί εδώ, πως οι Γερμανοί δεν επέτρεψαν στα γυναικόπαιδα να πάρουν απολύτως τίποτε, ούτε ένα ξερακόματο ψωμί για τα μικρά παιδιά, εκτός από τα ρούχα που φορούσαν.  

Στη Ρίζα και τις Μουρνιές

Το πρωί της 15 Σεπτεμβρίου 1943 δύναμη Γερμανών ξεκινά από το Συκολόγο, φτάνει στο ξεστράτι του Αγίου Νικολάου και από εκεί ένα τμήμα προχωρεί προς το Λουτράκι, βάνει φωτιά στα σπίτια χωρίς να αφήσει ούτε την εκκλησία  του Μιχαήλ Αρχάγγελου και σκοτώνει τον μοναδικό κάτοικο που βρίσκει εκεί, τον Ιωάννη Μαλλικάκη. Ένα άλλο τμήμα κατευθύνεται στη Ρίζα  Μπαίνει  μέσα στο χωριό από το μεσαίο συνοικισμό, τη Ζούρβα, και πιάνει όσους άντρες βρίσκει και τους εκτελούν έξω από το σχολείο στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα. Στο συνοικισμό Καημένου οι Γερμανοί πιάνουν και σκοτώνουν 5 άντρες. Στη συνέχεια προχωρούν στο συνοικισμό Σφακούρα  πιάνουν επίσης 21 άντρες και τους εκτελούν.            
Μετά από την καταστροφή των χωριών της επαρχίας Ιεράπετρας, στη Βιάννο σχηματίζεται  η επιτροπή που θα ανεβεί στο βουνό, να συναντηθεί με τους αντάρτες για το θέμα των αιχμαλώτων και ο τοποτηρητής της Μητροπόλεως Κρήτης Ευγένιος Ψαλιδάκης με τον επίσκοπο Νεαπόλεως Διονύσιο Μαραγκουδάκη. Ο στρατηγός Μύλλερ πείθεται και δίνει διαταγή να σταματήσουν οι πυρπολήσεις των χωριών και οι εκτελέσεις. Κατάφεραν να σωθούν από το κάψιμο οι συνοικισμοί της Ρίζας Ζούρβα και Σφακούρα, οι Μύθοι, ο Παρσάς και ο Χριστός.